Είναι κανείς εκεί κάτω?

Tuesday, January 9, 2018 - 10:45

Οκτώβριος του ’17. Βρισκόμαστε με το κουαρτέτο του Δημήτρη Πολίτη στη Φλωρεντία. Είναι το πρώτο live της ευρωπαϊκής περιοδείας. Παίζουμε σε ένα υπέροχο θέατρο. Αυτά με το σκούρο ξύλο και τις κόκκινες βαριές κουρτίνες. Βρισκόμαστε στα καμαρίνια και περιμένουμε να μας φωνάξουν. Ένα δωματιάκι πάνω από τη σκηνή σαν ένα δώμα. Ο χώρος μυρίζει «τέχνη», βεστιάριο με ρούχα, φωτογραφίες από θεατρικές παραστάσεις και καλλιτέχνες που έπαιξαν εκεί, πόστερς, πίνακες, είναι όλη η ατμόσφαιρα που σε βάζει στη διαδικασία να νιώσεις…. Καλλιτέχνης.

Μας ενημερώνει  ο ηχολήπτης ότι ο υπεύθυνος του θεάτρου θα μας ‘’ανακοινώσει’’….         Ε ναι… στο εξωτερικό συνηθίζεται, οι υπεύθυνοι των θεάτρων ή των club μιλούν στο κοινό για το τι θα ακούσουν, παρουσιάζουν τη μπάντα κι εξηγούν  τα βασικά χαρακτηριστικά της παράστασης. Επίσης ενημερώνουν αν υπάρχει το cd διαθέσιμο προς πώληση και γενικότερα προετοιμάζουν το έδαφος γι’ αυτό που θα ακολουθήσει.

Βρισκόμαστε πλάγια της σκηνής, σε χαμηλό φως, και περιμένουμε να βγούμε.Επικρατεί νεκρική ησυχία. Το τρίξιμο του παπουτσιού μου στο σανίδι φαίνεται εκκωφαντικό. Βγαίνουμε, παίρνουμε θέσεις, φοράμε τα όργανα, μετράει ο ντράμμερ και αρχίζουμε. Τα φώτα είναι πάνω μας και δεν βλέπω τίποτα από κάτω. Δεν ξέρω αν υπάρχει ψυχή ... Αυτό που ξέρω, εγώ και όλη η μπάντα, είναι ότι θα παίξουμε σαν να μην υπάρχει αύριο. Θα τα δώσουμε όλα. Από το πρώτο κομμάτι είναι όλοι «μέσα» στη μουσική. Στο σόλο μου ένιωθα ότι φώναζα δυνατά τις φράσεις μου και έφτυνα από τη μανία μου να παίξω αυτά που σκεφτόμουν. Έντονες στιγμές. Είναι και το πρώτο live. Δεν ξέρω και τι να περιμένω. Θα αρέσει? Αξίζει τον κόπο? …. ΕΙΝΑΙ ΚΑΝΕΙΣ ΕΚΕΙ ΚΑΤΩ? Γιατί δεν ακούγεται τίποτα?

Φτάνουμε προς το τέλος του κομματιού. Σκάει η τελευταία κοφτή νότα. Και ΓΚΟΟΟΟΛ!!! Ακούω χειροκρότημα λες και ήμουν στο γήπεδο. Δεν είναι ότι είχε 30.000 κόσμο. Απλά η αντίθεση της ησυχίας με τον παφλασμό των χεριών ήταν σοκαριστική. Έχω ξαναπαίξει στο εξωτερικό, αλλά ποτέ σε Θέατρο. Οπότε η μόνη επαφή με το κοινό ήταν με το χειροκρότημά τους και στο τέλος πλέον ,όταν άνοιξαν τα φώτα και τους είδα.

Ένιωσα υπέροχα. Οι ερωτήσεις μου απαντήθηκαν! Ναι, τους αρέσει. Και αξίζει τον κόπο. Διότι είναι από τις λίγες φορές όπου νιώθω  ότι η κάθε μου νότα έχει νόημα, από μόνη της. Ότι πρέπει να τις προσέχω τις νότες μου, όχι για εμένα και τους συμπαίχτες μου, αλλά και για τον κόσμο που παρακολουθεί.

Πάντα πρόσεχα τις νότες μου. Ακόμα και σε δουλειές όπου δεν χρειάζονταν προσοχή , εγώ φρόντιζα πάντα η κάθε νότα να έχει νόημα, να είναι καλοπαιγμένη. Είτε ήταν ολόκληρο ή δέκατο έκτο, φρόντιζα να υποστηρίζει  όσο πιο σωστά, αισθητικά και μουσικά, το σύνολο. Στο νανοδευτερόλεπτο που θα παιζόταν. Αυτό όμως το έκανα για εμένα. Δεν περίμενα ποτέ να γυρίσει κάποιος και να πει «Ωραία νότα ρε Μιχάλη». Δεν με ενδιέφερε αυτό, διότι έμαθα να μην με ενδιαφέρει. Με ενδιέφερε να ξέρω ότι εγώ τη δουλειά μου την έκανα καλά και όποιος καταλάβει. Πάντα υπάρχουν άνθρωποι που καταλαβαίνουν, αλλά είναι λίγοι. Έχω ακούσει πολλές φορές «Έλα μωρέ τα ίδια λεφτά θα πάρεις»! Οπότε η φροντίδα της μουσικής ήταν καθαρά προσωπική υπόθεση και άντε να επεκτεινόταν μέσα στα πλαίσια της μπάντας.

Στην Φλωρεντία όμως κατάλαβα ότι υπάρχει κάπου εκεί έξω ένας παράδεισος κρυμμένος. Εκεί όπου η προσπάθειά σου επί σκηνής ανταμείβεται με προσοχή, σεβασμό και αν είναι άξια, τότε και με χειροκρότημα.  Στην περιοδεία παίξαμε στην Αγγλία, στην Κροατία, στην Βιέννη, στο Βέλγιο, στην Αυστρία και σε άλλες πόλεις της Ιταλίας. Παντού το ίδιο τρίπτυχο: Ησυχία, μουσική, χειροκρότημα. Άρχισα να αναρωτιέμαι λοιπόν. Γιατί στη χώρα μου δεν προκύπτει αυτό το τρίπτυχο στα live? Γιατί είναι τόσο σπάνιο? Και γιατί να πρέπει να κάνω υπερπροσπάθεια να ακούσω τον συμπαίχτη μου επειδή στο κοινό γίνεται χαμός από ομιλίες? Δεν συμβαίνει το ίδιο στο μέγαρο μουσικής όταν παίζεται ένα κλασικό έργο! Ούτε σε μεγάλες σκηνές όταν έρχονται jazz καλλιτέχνες από το εξωτερικό. Ούτε στο θέατρο! Ούτε καν στο σινεμά.

Το λογικό συμπέρασμα είναι το παρακάτω. Είμαι σοβαρά άχρηστος και δεν ενδιαφέρει κανέναν αυτό που κάνω. Ναι αλλά σε άλλες 6 χώρες και 14 πόλεις τους ενδιέφερε. Μήπως δεν παίζω καλά όταν είμαι στην χώρα μου? Όχι βέβαια , αφού έχουν υπάρξει μέρες όπου είχε ησυχία από κάτω και πήρα και το χειροκρότημά μου. Μήπως δεν είμαι καλός σε αυτό που κάνω? Αφού όμως έχω πάρει εύσημα από συνεργάτες μου και παιχταράδες του εξωτερικού. Τι κάνω λάθος τότε? Έτσι λοιπόν προκύπτει η ανασφάλεια και η παράλογη διάθεση του να αμφισβητείς τα πάντα που παράγεις. Γιατί? Γιατί το μεγαλύτερο μέρος από το  περιβάλλον γύρω σου δεν σε ανταμείβει γι’ αυτό που κάνεις. Χρηματικά? Ιδίως εν καιρώ κρίσης δύσκολα τα πράγματα. Τουλάχιστον συναισθηματικά? Μπα… κανείς δεν φαίνεται να νοιάζεται και η ανασφάλεια δεσπόζει.

Μήπως δεν φταίω εγώ τελικά? Όχι ως άφεση αμαρτιών ή πασάρισμα της ευθύνης. Εννοείται  ότι κάπου θα φταίω και εγώ. Αλλά τι άλλο φταίει?

Η κουβέντα κάνει καλό. Γενικά το να μιλάς για τους προβληματισμούς σου, σου κάνει καλό. Έτσι έκανα και εγώ με ανθρώπους του χώρου της μουσικής. Συζητήσεις κυρίως σχετικά με το  γιατί το κοινό στην Ελλάδα δεν ακούει την τέχνη. Δεν ισχύει όλες τις φορές αυτό βέβαια. Υπάρχει κοινό που ακούει και στην Ελλάδα. Αλλά μιλάμε για το μεγαλύτερο ποσοστό και μία πρόχειρη στατιστική όπου στις περισσότερες συναυλίες το κοινό δεν ακούει.

Θα σας αναφέρω πρώτα αυτά που πιστεύω ότι υπάρχουν ως απόψεις κλισέ. Ο Έλληνας θέλει τραγούδι. Δεν μπορεί να ακολουθήσει σκέτη μουσική. Η τέχνη είναι για λίγους. Το μεσογειακό ταπεραμέντο. Ο Έλληνας είναι φωνακλάς από τη φύση του. Πιεζόμαστε και θέλουμε να ξεσκάσουμε. Μας αρέσει να μιλάμε. Είμαστε έξω καρδιά. Φταίει το ΠΑΣΟΚ. Φταίει η ΝΔ. Φταίει ο Τσίπρας. Δεν έχουμε εκπαίδευση. Η ελλειμματική γενική παιδεία. Το σύστημα των εξετάσεων στα Πανεπιστήμια. Ο Πάγκαλος. Ο κομμουνισμός, ο φιλελευθερισμός, η ανοιχτή οικονομία, ο ένας, ο άλλος.

Εκεί λοιπόν αρχίζει το χάος. Διότι για ένα «κακό» υπάρχουν άπειρα αίτια. Εξαρτάται από ποια οπτική γωνία το βλέπεις. Αν όμως το κάνουμε πιο συγκεκριμένο το φαινόμενο ίσως βρεθεί μία άκρη. Τι φταίει τότε λοιπόν?

Νομίζω, και λέω «νομίζω» επειδή δεν ξέρω αν αυτό που σκέφτηκα καλύπτει μία βαθιά και σωστή απάντηση. Νομίζω λοιπόν ότι φταίει ο τρόπος με τον οποίο, ως κοινωνία, κρίνουμε τι είναι άξιο και τι όχι. Τι είναι άξιο για να έχει την προσοχή μας. Τι είναι άξιο για να αφήνομαι σε αυτό για δύο ώρες και να παρασύρομαι σε αυτό που έχει να μου προσφέρει. Τι είναι άξιο ώστε να αφοσιωθώ. Αξίζει αυτό που γυαλίζει? Αυτό που έχει την πιο φανταχτερή ταμπέλα ή αυτό που μου προσφέρει βαθιά συναισθήματα και μου εξυψώνει την ύπαρξη?

Δυστυχώς έχω την εντύπωση πως στην κοινωνία μας για πολλά χρόνια μετράει η ταμπέλα και όχι η ουσία. Αν δηλώσεις κάτι φανταχτερό, τότε θα σε προσέξουν. Αν έχεις ωραία πόδια, τότε θα έχεις την προσοχή μας. Αν δείχνεις το μπούστο σου, θα σε ακολουθούμε. Το τι κάνει η φωνή σου μπαίνει σε δεύτερη μοίρα.  Αν είπε ο τάδε σπουδαίος ότι είσαι καταπληκτικός, τότε θα είσαι. Αν σε έγραψε το τάδε περιοδικό, τότε θα είσαι φοβερός. Αν βγήκες φωτογραφία μαζί με τον τάδε, τότε είσαι κι εσύ άξιος. Αν φροντίζεις την «ταμπέλα» σου τότε είσαι άξιος της προσοχής μας. Βέβαια το κατάστημα, πίσω από την ταμπέλα μπορεί να είναι άδειο , αλλά δεν έχει σημασία.

Μάλιστα αυτό το φαινόμενο γιγαντοποιείται όταν το κοινό δίνει και τεράστια χρηματικά ποσά για να αποθεώσει την «ταμπέλα». Δε λέω, χρήσιμη η ταμπέλα για να ξέρει ο κόσμος πού θα μπει, τι θα δει, τι θα ακούσει κτλ. Αλλά φτάσαμε να νοιαζόμαστε τόσο πολύ για φροντίδα της ώστε χάσαμε την ουσία. Χάσαμε και τα σωστά κριτήρια για το τι είναι άξιο και τι όχι.

Διάβασα και κάτι υπέροχες συνεντεύξεις του Steve Vai, τα είπα με τους φίλους μου, είδα την ταινία Hired Gun (μιλάει για τους session μουσικούς της Αμερικής) και κατάλαβα ότι γενικότερα οι κοινωνίες του σήμερα ζουν σε μια πλάνη, η οποία σε κάνει να κοιτάς μόνο το περιτύλιγμα και να δίνεις πλέον αξία μόνο σε αυτό.

Αυτό που δεν γνωρίζει το κοινό στην Ελλάδα είναι ότι για να γίνεις μουσικός και για να ζεις από αυτό, είτε ως καλλιτέχνης ,είτε ως επαγγελματίας, θα πρέπει:

·         Να αφιερώσεις τη ζωή σου στο να εκπαιδεύσεις το μυϊκό και νευρικό σου σύστημα να αποκτήσει δεξιότητες. 

·         Να αποκτήσεις γνώσεις πολλών, μα πάρα πολλών σελίδων.

·         Να μελετάς κάθε μέρα για ώρες.

·         Να χαλάσεις πολλά λεφτά σε σπουδές, εξοπλισμό και τη συντήρηση αυτού.

·         Να κάνεις ατελείωτες πρόβες.

·         Να κουβαλάς τον εξοπλισμός σου.

·         Να επενδύεις ψυχικά και σωματικά τα πάντα ώστε να βγει ένα live.

·         Να παίζεις άρρωστος με πυρετό.

·         Να υποστηρίζεις τις δουλειές των συναδέλφων σου.

·         Να ταξιδεύεις.

·         Να μην έχεις ρεπό.

·         Να διδάσκεις.

·         Να δουλεύεις όταν οι άλλοι διασκεδάζουν.

·         Να δουλεύεις ώρες που συνήθως ο κόσμος ξεκουράζεται.

·         Και όλα αυτά να πρέπει να τα κάνεις πολλές φορές χωρίς αμοιβή ή για πολύ μικρή αμοιβή.

Για τις ώρες εργασίας, προσπάθειας, κόπου, ταλαιπωρίας και χρηματικών εξόδων η ελληνική κοινωνία αντί να χειροκροτεί…. Χλευάζει. Πόσοι δεν έχετε ακούσει υποτιμητικά σχόλια για τον έλληνα μουσικό. «Α μουσικός είναι? Βάλτου ένα πιάτο να φάει». Οργανοπαίχτες, καρμίρηδες, φτωχαδάκια. «Πιάσε δουλειά με καμιά φίρμα αλλιώς θα πεθάνεις στην ψάθα». Και πάει λέγοντας.

Ένας μουσικός μπορεί να καταναλώσει χρόνο σπουδών όσο ένας γιατρός. Ναι, όμως ο γιατρός σώζει ζωές και γιατρεύει ασθένειες. Καλά εννοείται, τεράστιο το έργο του. Αλλά κι εγώ ο καλλιτέχνης ο οποίος κόπιασα ίσα με τον γιατρό κάνω κάτι άλλο, παίζω νότες για να κάνω τον κόσμο να αισθανθεί. Στη ζωή μας κρατάει ο ένας, στη ζωή μας θυμίζει ότι βρισκόμαστε ο άλλος. Κι όμως ο ένας είναι άξιος επιστήμονας ενώ ο άλλος είναι ποντίκι του αμπαριού. Και αυτό θεωρείται αυτονόητο.

Και πώς να μην είναι άλλωστε όταν στα πάνελ των τηλεοπτικών εκπομπών παρουσιάζουν ατάλαντους ανθρώπους  με καλό πακέτο όμως, ως καλλιτέχνες. Άρα η έννοια της λέξης έχει αλλοιωθεί. Ο καλλιτέχνης είναι αυτός που έχει καταναλώσει τόσο χρόνο και προσπάθεια όσο και κάποιος άλλος επιστήμονας. Μάλιστα η προσπάθειά του έχει και λειτουργία στον κόσμο. Τον κάνει να αισθάνεται, να σκέφτεται και να νιώθει. Τότε είναι άξιος. Αλλά θα πρέπει να πάρει και την ευκαιρία του. Θα πρέπει να του την δώσει το κοινό. «Δείξε μας τι έχεις καταφέρει, κάνε μας να αισθανθούμε! Και αν το πετύχεις ,εμείς θα σε ανταμείψουμε με φωνές, χαμόγελα , χειροκρότημα και αγορά της δουλειάς σου». Αυτή είναι η στάση που έχουν στο εξωτερικό και όχι στην Ελλάδα. Μία απλή στάση του δίνω και παίρνω. Μια απλή αγοραπωλησία.  Δεν είναι κάτι περίπλοκο!

Υπάρχουν μέρη όπου το βασικό τους προϊόν  είναι το σεξ, υπάρχουν άλλα όπου είναι η απλή επιφανειακή διασκέδαση, υπάρχουν άλλα όπου είναι η εκτόνωση, υπάρχουν άλλα όπου είναι η τέχνη. Αν βρεθείτε ως ακροατής κάπου, όπου το προϊόν είναι η τέχνη, μην κάνετε σαν να σας προσφέρεται κάποιο από τα προηγούμενα προϊόντα που ανέφερα. Αν δεν σας αρέσει η τέχνη, αποχωρήστε ήσυχα. Αν σας αρέσει καθίστε και αφεθείτε. Όταν ο καλλιτέχνης νιώσει ότι το κοινό είναι εκεί για αυτόν θα δώσει τον καλύτερο εαυτό του. Θα προσπαθήσει να κάνει τα πάντα για να επικοινωνήσετε και να αισθανθείτε. Θα είναι ωραία εμπειρία, ανθρώπινη, ώριμη και χρήσιμη. Θα είναι πιο ωραία από την επίσκεψη στον γιατρό. Θα είναι ανυψωτική. Γιατί λοιπόν να χαλάσουμε αυτήν την εμπειρία προς τιμήν κάποιων παλαιών αρχετύπων και κλισέ? Γιατί να μην ζυγίσουμε την αξία αφού περάσουμε την ταμπέλα και μπούμε στο μαγαζί, αφού ακούσουμε πρώτα και μετά? Και στην τελική γιατί να μην είμαστε ευγενείς? Γιατί να έχουμε πρότυπο το κοινό του «γηπέδου»? Γιατί να  μην αφήνουμε τον άνθρωπο στο πατάρι να πει αυτό που θέλει? Γιατί τον διακόπτουμε?

Ας σεβαστούμε λοιπόν τον καλλιτέχνη ως το μέσο του προϊόντος που θα λάβουμε, εφόσον έχουμε πληρώσει γι’ αυτό. Αυτό το «μέσο» έχει φάει τα χρόνια του για να μπορεί να μεταφέρει το μήνυμα. Το μήνυμα ότι η μουσική και η τέχνη μας κάνει καλό και ο άνθρωπος την χρειάζεται. Οι μεταφορείς του μηνύματος αυτού είναι άξιοι της ησυχίας μας και του σεβασμού μας. Θέλουν το καλό μας. Μας υπενθυμίζουν ότι είμαστε άνθρωποι. Θυμάμαι είχα δει live τον Johnathan Kreisberg και είχε πει πριν αρχίσει την συναυλία: «Τι ωραία κατάσταση του ανθρώπου, να μαζεύεται μαζί με άλλους στον ίδιο χώρο για 2 ώρες και να ακούν μουσική»! 


Μιχάλης Ευδαίμων

Μιχάλης Ευδαίμων: Μπασίστας - Συνθέτης - Συγγραφέας
 
Γεννήθηκε στην Αθήνα. Έκανε μαθήματα με τον Γιώτη Κιουρτσόγλου, τον Γιώργο Φακανά, τον Antony Jackson. Clinics από τους Tom Kenedy, Victor Wooten, Mike Stern, Billy Sheehan.