Το παλιό καλό κρασί και η Κόκα Κόλα.

Tuesday, November 14, 2017 - 12:45

Πολλές φορές ακούγοντας μουσική του 1970 αρχίζω να συνειδητοποιώ πιο ρεαλιστικά τη διαφορά με τη μουσική που παράγεται σήμερα. Δεν συμφωνώ με τις συγκρίσεις του τύπου «ο παλιός είναι αλλιώς και ο νέος είναι ωραίος». Όλα τα πράγματα συμβαίνουν στις εποχές που συμβαίνουν, γιατί τις εκφράζουν. Εκφράζουν την εξουσία, τον κόσμο, τον τρόπο σκέψης, τον τρόπο ζωής, τα όνειρα, τα πολλά επίπεδα της ανθρώπινης ζωής.

Υπάρχει όμως αυτό το έντονο «αλλά». Το ’70 δεν υπήρχε η τεχνολογία αλλά… Σήμερα έχουμε τις τεχνικές αλλά….. Και πάει λέγοντας. Το να συγκρίνεις δύο εποχές είναι χαοτικό και ίσως άσκοπο, επειδή ιστορικά  το τι συνέβαινε στην κοινωνία  και συγκεκριμένα στην κοινωνία των μεγάλων χωρών, είναι γραμμένο σε άπειρα βιβλία. Η αλλαγή των κοινωνικών προτύπων, της κατανάλωσης, των τρόπων εφαρμογής της εξουσίας, των κοινωνικών επαναστάσεων κτλ. Όλα αυτά επηρέαζαν και επηρεάζουν πάντα τους καλλιτέχνες στον τρόπο με τον οποίο παράγουν την τέχνη της μουσικής.

Η διαφορετικότητα λοιπόν στα δύο χρονικά  πλαίσια είναι αυτονόητη, οπότε ποιος ο λόγος να συγκρίνει δύο διαφορετικές εποχές? Ίσως το σημείο αναφοράς δεν είναι οι διαφορές αλλά οι ομοιότητες. Έχουμε και στις δύο μουσικές περιόδους καλλιτέχνες και μη καλλιτέχνες. Αυτό που «προδίδει» σε ποια κατηγορία ανήκουν, είναι τα κίνητρά τους και κυρίως η διαδικασία κατά την οποία γράφουν μουσική. Δηλαδή γράφουν μουσική από «μέσα προς τα έξω» ή «από έξω προς τα μέσα». Και εξηγώ. Η διαδικασία του φτιάχνω κάτι προσπαθώντας να εκφράσω αυτά που σκέφτομαι και αισθάνομαι, την αντίληψή μου για τη εποχή που ζω, είναι από «μέσα προς τα έξω». Η διαδικασία του να μετρήσω το τι εκφράζει τον περισσότερο κόσμο και χρησιμοποιώ τα εργαλεία μου για να ικανοποιήσω την υπολογισμένη ανάγκη των πολλών, την ονομάζω «από έξω προς τα μέσα». Η πρώτη αφορά την καλλιτεχνική έκφραση και μετά την παρουσίασή της στο κοινό, η δεύτερη αφορά το κοινό και την εφαρμογή τεχνικών ώστε να ικανοποιηθεί.

Η πρώτη αφορά καλλιτέχνες ενώ η δεύτερη αφορά επαγγελματίες. Η σημαντικότερη διαφορά  λοιπόν είναι ότι ο καλλιτέχνης έχει το πολύ δύσκολο έργο να πείσει το κοινό να τον ακούσει και περισσότερο να τον παρασύρει στον τρόπο σκέψης του και έκφρασης του. Καλείται να επικοινωνήσει και να δημιουργήσει μία ταύτιση τόσο ισχυρή ώστε το κοινό να τον πιστέψει. Από την άλλη, ο επαγγελματίας απλώς επιβεβαιώνει αυτό που σκέφτεται ήδη το κοινό. Ναι το χρήμα είναι ωραίο, η αγάπη μας κάνει να αισθανόμαστε όμορφα, αν και πολλές φορές πληγωνόμαστε κτλ κτλ. Τα εργαλεία που χρησιμοποιεί ο καθένας είναι τα ίδια. Αφορούν νότες, ρυθμό, αρμονία, μελωδία, στίχους.

Η χρήση τους όμως διαφέρει. Αν κάποιος είναι ποιητής, όπως ο Leonard Cohen  δεν τον πολυενδιαφέρει να ντύσει με ιδιαίτερα ακόρντα τους στοίχους του. Από την άλλη τους    Pink Floyd , τους ενδιέφερε να εκφράζουν τα βαθιά νοήματα των στίχων με τον ανάλογο ήχο. Ένας επαγγελματίας όμως θα φροντίσει να χρησιμοποιήσει τα εργαλεία με τέτοιο τρόπο, ώστε η επιβεβαίωση των απλών και βασικών σκέψεων και συναισθημάτων του κοινού να γίνει άμεσα, γρήγορα και αποτελεσματικά. Ο μεν καλλιτέχνης πρέπει με κάποιον τρόπο να «εκπαιδεύσει» το κοινό του. Να τον μάθουν, να συνηθίσουν τον ήχο του, να προσαρμοστούν σε αυτόν. Οι δε επαγγελματίες επιθυμούν να παρακάμψουν την δυσκολία αυτή και να το κάνουν εύκολο για το κοινό να κατανοήσει αυτό που ήδη ξέρει. Οι καλλιτέχνες  εκπαιδεύουν και ανοίγουν δρόμους, οι επαγγελματίες συντηρούν τους ήδη υπάρχοντες  χωρίς να τους ενδιαφέρει, το νέο, το επαναστατικό, το βαθύ.

Έχω λοιπόν την μικρή υποψία, η οποία μπορεί να είναι και λάθος, αλλά θα την θέσω για το καλό της όποιας κουβέντας μπορεί να προκύψει, ότι το 1970 υπήρχαν περισσότεροι καλλιτέχνες από ό,τι επαγγελματίες σε σύγκριση με το τώρα. Ή ότι έγιναν περισσότερες μουσικές επαναστάσεις τότε από ότι γίνονται τώρα. Λες και φτάσαμε ταβάνι. Σκέφτομαι τους Pink Floyd, τους Zeppelin, τον Steve Wonder, τον Lennon, τους Beatles, τους Tower of Power, Joni Mithel, Paul  Simon, Fleetwood Mac, Eric Clapton, Ramones, David Bowie, τον Zappa, τους Styx, Kansas, Yes, Allman Brothers,  Bob Dylan και τόσους άλλους.

Σήμερα έχουμε την τεχνολογία να κάνουμε τα πάντα πιο γρήγορα και πιο εύκολα. Στην μουσική έχουμε δει τους DJ’s να γίνονται είδωλα και εκατομμυριούχοι. Έχουμε ακούσει μουσική να παράγεται μέσω υπολογιστών, από ανθρώπους που δεν σχετίζονται με την μουσική όπως την γνωρίζουμε ανά τους αιώνες. Έχουμε δει και ακούσει πως το σεξ μπορεί να κερδίσει τα πάντα, και όχι με τον στίχο αλλά με την εικόνα. Χαίρω πολύ, ποιός μπορεί να αντισταθεί σε κάτι όμορφο το οποίο κινητοποιεί το αρχέγονο εγκεφαλικό ένστικτο της αναπαραγωγής?

Εννοείται  πως έχουμε βιώσει και πολλά καινούρια και ενδιαφέροντα πράγματα ακόμα και από τον υπολογιστή. Αλλά έχω την εντύπωση ότι έχει εγκατασταθεί στο κεφάλι των περισσοτέρων το ότι να κάνεις μουσική είναι κάτι εύκολο. Αφού το κάνει ο μπακάλης από την γειτονιά, (χωρίς να θέλω να υποτιμήσω τον μπακάλη) στην τηλεόραση και τον χειροκροτούν, άρα μπορώ κι εγώ κι εσύ και ο οποιοσδήποτε. Η αλήθεια είναι ότι ναι, όλοι μπορούν να παίξουν μουσική, όλοι μπορούν να παράγουν ήχους, το θέμα είναι ότι δεν μπορούμε όλοι να γίνουμε καλλιτέχνες.

Όταν πλέον η βασική ταύτιση και ανάγκη είναι να γίνω «εκατομμυριούχος» ή απλά «διάσημος» χωρίς να κατέχω κάποιο ιδιαίτερο και σπάνιο χαρακτηριστικό , τότε η ανάγκη του να εκφράσω αυτό που πραγματικά αισθάνομαι μένει στο ντουλάπι. Εφόσον η τεχνολογία και η κοινωνική κουλτούρα μου επιτρέπει να «πλουτίσω» χωρίς ιδιαίτερο κόπο και χωρίς ιδιαίτερο ψάξιμο, εσωτερικό και γενικότερα χωρίς να γνωρίζω το ποιός είμαι και το τι είμαι, τότε το κάνω!!! Γιατί ποιός θα πει όχι στην δόξα και στο χρήμα? Ε… ένας καλλιτέχνης μπορεί και να το πει. Οι υπόλοιποι θα του πουν: «Είσαι κορόιδο φίλε!!!». Ο ίδιος  δεν θα μπορέσει να κάνει αλλιώς και θα ονειρεύεται ότι ίσως κάποια μέρα να τον καταλάβει ο υπόλοιπος κόσμος και να μπορέσει να ζήσει από κάτι αληθινό και δικό του.

Αυτά τα ιδεαλιστικά κίνητρα νιώθω ότι λείπουν από τον μουσικό κόσμο σήμερα. Σαν να τα έχουμε πετάξει στον σκουπιδοτενεκέ γελώντας και κοροϊδεύοντας ότι δεν αξίζουν τον κόπο. Έχουμε δώσει πολύ βάρος στην τεχνική και όχι στην έκφραση. Δεν ακούμε ολόκληρους δίσκους, οπότε δεν ακούμε το σύνολο της μουσικής δημιουργίας κάποιου. Ακούμε μόνο ένα κομμάτι, άρα αρκεί να γράψει κάποιος ένα κομμάτι και όχι δεκατέσσερα. Μας αρκεί να ακούσουμε ένα γρήγορα ντραμιστικό Lick το οποίο το βλέπουμε δίπλα από το βίντεο με το γατάκι που κυνηγάει το φως του φακού. Τα ραδιόφωνα χρησιμοποιούν Playlists οπότε δεν ακούμε τις προτιμήσεις κάποιου ανθρώπου. Έχουμε μάθει να μελετάμε μουσική ανακαλύπτοντας τους τεχνικούς μηχανισμούς του κάθε οργάνου χωρίς να το χρησιμοποιούμε ως εκφραστικό μέσο. Η ακρόαση γίνεται στον δρόμο με ακουστικά τα οποία χάνουν συχνότητες. Κάνουμε τα πάντα για να μην κοπιάσουμε. Εύκολα, από την άποψη του να μάθω να κινώ τα χέρια μου ώστε να μιμηθώ μία μουσική φράση. Το δύσκολο θα ήταν να έχω την κριτική σκέψη για να μάθω ότι οτιδήποτε μαθαίνω μπορώ να το χρησιμοποιώ, ώστε να ταιριάζει με αυτό που σκέφτομαι ή αισθάνομαι ή ακόμα πιο δύσκολα να το ταιριάζω με κάποιου άλλου τις σκέψεις και τα συναισθήματα. Να παίξω μία σύνθεση κάποιου άλλου έτσι όπως θα την είχε φανταστεί ο συνθέτης.

Δεν είναι η τεχνική λοιπόν το δύσκολο, αλλά η έκφραση. Και είναι κρίμα που αυτή την εποχή διακρίνεται μόνο η τεχνική. Όταν όμως τραγουδάει ο Bowie το Heroes στο δεύτερο ρεφραίν μοιάζει σαν να φωνάζει. Ή ο Waters στο Wall, η ο Mark Knopler στο Romeo and Juliet όπου δεν τραγουδάει αλλά μοιάζει σαν να απαγγέλει περισσότερο. Πραγματικά δεν με ενδιαφέρει η τεχνική τους εκείνη την στιγμή διότι ως ακροατής αισθάνομαι. Αλλά δεν είναι αυτό που τους κάνει ιδιαίτερους ως καλλιτέχνες, είναι ότι το χαρακτηριστικό της φωνής τους έχει μπει σε πλαίσιο στιχουργικό, συνθετικό και στο πλαίσιο ενός δίσκου όπου έχουμε συνολικά πάνω από 8 κομμάτια.

Όλες αυτές οι σκέψεις μου συνθέτουν μία εικόνα ενός μουσικού κόσμου, ο οποίος μένει ικανοποιημένος με την coca-cola και τα 50 κιλά ζάχαρη, παρά με ένα καλό κρασί και την «κρυμμένη» γεύση φρούτων. Πάντα συνέβαινε και ίσως πάντα θα συμβαίνει. Αλλά αυτή την εποχή πιστεύω ότι έχουμε παραδοθεί όλοι χωρίς όρους. Απλά σκέφτομαι ότι μιας και έσκασε αυτή η φούσκα του πλουτισμού και την δυτικής καλοπέρασης μήπως να αρχίσουμε να ασχολούμαστε περισσότερο με την γνώση του πραγματικού εαυτού μας. Να χρησιμοποιήσουμε την καλλιτεχνική διαδικασία του από «μέσα προς τα έξω».


Μιχάλης Ευδαίμων

Μιχάλης Ευδαίμων: Μπασίστας - Συνθέτης - Συγγραφέας
 
Γεννήθηκε στην Αθήνα. Έκανε μαθήματα με τον Γιώτη Κιουρτσόγλου, τον Γιώργο Φακανά, τον Antony Jackson. Clinics από τους Tom Kenedy, Victor Wooten, Mike Stern, Billy Sheehan.